ΜΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ DiEM25 ΤΟΥ ΒΑΡΟΥΦΑΚΗ

Thomas Fazi

Από τον Thomas Fazi *     english 

Σε πολλά δεν συμφωνούμε με τον συγγραφέα, αλλά βρίσκουμε πολλά σημεία του άρθρου του ιδιαίτερα ενδιαφέροντα.

Το νεοσύστατο “Κίνημα για τη Δημοκρατία στην Ευρώπη 2025” (DiEM25) του Γιάννη Βαρουφάκη έδωσε πρόσφατα στη δημοσιότητα το μανιφέστο του, που αναμενόταν εδώ και καιρό (ο ίδιος μιλάει για το κίνημα και για το μανιφέστο εδώ κι εδώ). Σκοπός του κινήματος είναι, αν τον θέσουμε απλά, “να εκδημοκρατίσει την ΕΕ, γιατί διαφορετικά αυτή θα διαλυθεί με τεράστιο κόστος για όλους”. Αυτός ο σκοπός παρουσιάζεται ως η μόνη βιώσιμη εναλλακτική απέναντι σε δύο άλλες “τρομακτικές επιλογές” : (1) οπισθοδρόμηση στο «κουκούλι» των εθνικών κρατών και (2) παράδοση στην μη-δημοκρατική ζώνη των Βρυξελλών.

Οι άμεσες προτεραιότητες του DiEM25 είναι : πλήρης διαφάνεια στη λήψη αποφάσεων (ζωντανή μετάδοση των συνεδριάσεων του Συμβουλίου της Ευρώπης, του ECOFIN και του Eurogroupδημοσιοποίηση των διαπραγματεύσεων για το εμπόριο και των πρακτικών της ΕΚΤ, κ.λπ.) και ο επείγων επαναπροσανατολισμός των υπαρχόντων θεσμών της ΕΕ στην αναζήτηση πολιτικών που αφορούν πραγματικά την κρίση του χρέους, των τραπεζών, των ανεπαρκών επενδύσεων, την αύξηση της φτώχιας και της μετανάστευσης. Μεσοπρόθεσμος στόχος του κινήματος είναι “να συγκαλέσει συντακτική συνέλευση, κατά την οποία οι Ευρωπαίοι θα συσκεφθούν πώς να δημιουργήσουν ως το 2025 μια πλήρως ανεπτυγμένη ευρωπαϊκή δημοκρατία, με κυρίαρχη βουλή που να σέβεται τον εθνικό αυτοπροσδιορισμό και να μοιράζεται την εξουσία με τα εθνικά κοινοβούλια, τις περιφερειακές συνελεύσεις και τα δημοτικά συμβούλια”. Ο μακροπρόθεσμος στόχος του DiEM25 είναι μ΄άλλα λόγια “η δημιουργία μιας πλήρως δημοκρατικής και λειτουργικής Ευρώπης μέχρι το 2025”. Σε αυτή τη συνέντευξη στο Transnational Institute (ΤΝΙ) ο Βαρουφάκης αναλύει τη στρατηγική του κινήματος :

Δεν είμαστε ένας συνασπισμός πολιτικών κομμάτων. Η ιδέα είναι ότι ο καθένας μπορεί να συμμετάσχει, ανεξάρτητα από το κόμμα που υπάγεται  ή την ιδεολογία του, επειδή η δημοκρατία μπορεί να έχει ενοποιητικό χαρακτήρα … Στην πράξη, πώς οραματιζόμαστε τη δική μας παρέμβαση; Το μοντέλο της πολιτικής στην Ευρώπη, έχει βασιστεί σε  αποκλειστικά εθνικά πολιτικά. Σε ό, τι με αφορά, αυτό το μοντέλο πολιτικής έχει τελειώσει. Η κυριαρχία των κοινοβουλίων έχει διαλυθεί από την Ευρωζώνη και το Eurogroup · η δυνατότητα να εκπληρώσει κάποιος την εντολή του εκλογικού σώματος σε επίπεδο έθνους-κράτους έχει καταλυθεί και ως εκ τούτου οποιαδήποτε μανιφέστα που απευθύνονται σε πολίτες ενός συγκεκριμένου κράτους μέλους γίνονται θεωρητικές ασκήσεις. Οι εντολές του εκλογικού σώματος είναι τώρα πια λόγω του σχεδιασμού αδύνατο να εκπληρωθούν. Έτσι, αντί να πάμε από το επίπεδο του έθνους-κράτους σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σκεφτήκαμε ότι θα πρέπει να κάνουμε το αντίστροφο ·ότι θα πρέπει να οικοδομήσουμε ένα διασυνοριακό πανευρωπαϊκό κίνημα, να συζητήσουμε μέσα σε αυτό το πλαίσιο προκειμένου να εντοπίσουμε κοινές πολιτικές για την αντιμετώπιση κοινών προβλημάτων, και μόλις έχουμε συναίνεση για τις κοινές πανευρωπαϊκές στρατηγικές, αυτή η συναίνεση μπορεί να εκφραστεί σε εθνικό-κρατικό, περιφερειακό και δημοτικό επίπεδο. Οπότε αντιστρέφουμε την διαδικασία προσπαθώντας να βρούμε συναίνεση αρχίζοντας από το ευρωπαϊκό επίπεδο πρώτα και στη συνέχεια κινούμενοι προς τα κάτω. Αυτό θα είναι ο τρόπος δράσης μας.

Πρώτα απ’ όλα, θεωρώ τη δημιουργία του κινήματος DiEM25 ένα γεγονός μεγάλης σημασίας για την ευρωπαϊκή αριστερά (και για την ευρωπαϊκή δημοκρατία γενικά). Έχουν γίνει πολλές προσπάθειες να δημιουργηθεί ένα πανευρωπαϊκό κίνημα και ας ελπίσουμε να πετύχει ο Βαρουφάκης εκεί που άλλοι απέτυχαν. Σε κάθε περίπτωση, το κίνημα ήδη πέτυχε να αναζωογονήσει την ευρωπαϊκή συζήτηση, και του αξίζει έπαινος γι αυτό. Είναι επίσης απόδειξη της αδιάκοπης αφοσίωσης του Βαρουφάκη στη δημοκρατία και την κοινωνική αλλαγή–πρώτα ως ριζοσπαστικού οικονομολόγου, έπειτα ως μαχητικού υπουργού οικονομικών της Ελλάδας και τώρα ως «ηγέτη» του DiEM25.

Προοδευτική Ομοσπονδία;

Όμως, όσο κι αν συμμερίζομαι το πνεύμα του κινήματος, θεωρώ πως η στρατηγική του και οι γενικοί του στόχοι, όπως παρουσιάζονται στο μανιφέστο και σε διάφορες συνεντεύξεις του Βαρουφάκη, είναι αρκετά προβληματικοί, για λόγους που θα προσπαθήσω να εξηγήσω. Η ιδέα ότι η ευρωπαϊκή αριστερά θα έπρεπε να θέτει ως σκοπό της τη ριζική, προοδευτική αναδιάρθρωση των ευρωπαϊκών θεσμών –και όχι την απόρριψή τους– δεν είναι βέβαια καινούρια. Η ιδέα αυτή ήταν κυρίαρχη στα ευρωπαϊκά προοδευτικά-αριστερίστικα κινήματα κατά τη διάρκεια της κρίσης, αλλά νομίζω ακόμα και τώρα, παρόλη την πρόσφατη άνοδο του αριστερού ευρωσκεπτικισμού. Θα μπορούσαμε να το πούμε «προοδευτική ομοσπονδιακή λύση».  Αυτή ακριβώς είναι η θέση που πήρα το 2014 στο βιβλίο μου, Η Μάχη για την Ευρώπη, όπου έγραφα:

Η οικοδόμηση μιας πραγματικής ευρωπαϊκής υπερεθνικής δημοκρατίας προς την επίτευξη μιας προοδευτικής και κοινωνικά, οικονομικά και περιβαλλοντικά βιώσιμης κοινωνίας, δεν είναι μόνο δυνατή , αλλά είναι αναμφισβήτητα ο καλύτερος τρόπος για την προώθηση των συμφερόντων των πολιτών και των εργαζομένων και για την αποδυνάμωση των εξουσιών των χρηματοοικονομικών και εταιρικών μεγαθηρίων… Αυτός ο αγώνας θα πρέπει απαραίτητα να είναι πολυεπίπεδος. Σε πρώτο επίπεδο, θα χρειαστεί η  δημιουργία ενός ευρέος πανευρωπαϊκού δικτύου κοινωνικών και εργατικών κινημάτων, οργανώσεων πολιτών, ΜΚΟ και προοδευτικών στοχαστών . Θα πρέπει να υπογραμμιστούν τα κοινά συμφέροντα και αγώνες  όλων των ευρωπαίων πολιτών και των εργαζομένων (ιδιαίτερα εκείνων των χωρών του «πυρήνα», για να ξεπεραστεί ο διαχωρισμός« πυρήνα-περιφέρειας» που σκόπιμα επινοήθηκε από την οικονομική – πολιτική ελίτ) και να οικοδομηθεί μια ευρεία κοινωνική συναίνεση για την πλατφόρμα προς τη ριζοσπαστική ενοποιητική αλλαγή .

Ωστόσο, στα δυο χρόνια που πέρασαν από τη δημοσίευση του βιβλίου έγινα όλο και πιο δύσπιστος ως προς την δυνατότητα πραγματοποίησης ενός τέτοιου προγράμματος. Πρώτον ήξερα ήδη από τότε ότι το μεγαλύτερο ελάττωμα της προοδευτικής ομοσπονδίας θα ήταν η αδυναμία της να οραματιστεί πραγματικά την “υπερεθνική δημοκρατία”, στην οποία προσέβλεπε. Βέβαια, στο βιβλίο μου επανέλαβα την κοινοτοπία ότι ένα τέτοιο σύστημα θα πρέπει να βασίζεται αφενός σε ένα ενισχυμένο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο που θα έχει ρόλο μοναδικού ευρωπαϊκού νομοθέτη κι αφετέρου σε ένα εντελώς αναθεωρημένο εκτελεστικό τομέα: μια ανακαινισμένη Ευρωπαϊκή Επιτροπή με έναν απευθείας εκλεγμένο Πρόεδρο (που θα ήταν ο πραγματικός Πρόεδρος της Ευρώπης) και θα είχε δίπλα του έναν πανευρωπαϊκό υπουργό οικονομικών, έναν εξωτερικών κλπ. Και συνέχιζα ως εξής:

Μια Επιτροπή που εκλέγεται ελεύθερα από την πλειοψηφία θα είχε ως αποτέλεσμα την μετατροπή της από ένα τεχνοκρατικό (και ριζικά νεοφιλελεύθερο) σώμα που είναι σήμερα σε ένα πλήρως αναπτυγμένο πολιτικό όργανο, ικανό να αντιπροσωπεύσει δεξιές ή αριστερές πολιτικές, ανάλογα με το πρόγραμμα που θα εκλεγόταν από το λαό. Αυτό θα επέτρεπε στους πολίτες να επιλέγουν την Ευρώπη που επιθυμούν. Προϋπόθεση  είναι ο υπερεθνικός χαρακτήρας και ο εξευρωπαϊσμός των ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων , πράγμα που σημαίνει ότι οι εκλογές τόσο για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αλλά και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να οργανώνονται σε διακρατική, και όχι εθνική, βάση.

Πρόσεξα επίσης να τονίσω ότι μια πλήρης “Ευρωπαϊκή κυβέρνηση” θα πρέπει να βασίζεται στενά στην αρχή της επικουρικότητας.

Οι αρμοδιότητες που ασκούνται σε ευρωπαϊκό επίπεδο θα πρέπει να περιορίζονται αποκλειστικά σε εκείνα τα θέματα που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά σε εθνικό επίπεδο, με τα υψηλότερα επίπεδα διακυβέρνησης να ενεργούν μόνο όταν το κοινό συμφέρον το απαιτεί. Η εξουσία, εν ολίγοις, θα πρέπει να ανατεθεί στην όσο το δυνατό πιο τοπική αρχή, προλαμβάνοντας τον υπερσυγκεντρωτισμό ( το «υπερκράτος» το οποίο φοβούνται πολύ οι ευρωσκεπτικιστές) και καθιστώντας την Ευρωπαϊκή Ένωση ένα σύστημα όπου η πολιτική δημιουργείται σε πολλά επίπεδα. Για το σκοπό αυτό, εκτός από την περαιτέρω ενδυνάμωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τα εθνικά κοινοβούλια θα πρέπει να συμμετέχουν περισσότερο στην ευρωπαϊκή νομοθετική διαδικασία .

Όλα αυτά ακούγονταν πολύ λογικά. Στο βάθος όμως είχα σοβαρές αμφιβολίες για το κατά πόσο ένα τέτοιο σύστημα υπερεθνικής δημοκρατίας θα ήταν πράγματι αντιπροσωπευτικό και θα σεβόταν τις ανάγκες των πιο αδύναμων χωρών της Ένωσης. Και στη διάρκεια των δυο τελευταίων ετών δεν κατόρθωσα να διαλύσω αυτές τις αμφιβολίες · το αντίθετο μάλιστα, έγιναν ακόμη πιο δυνατές. Να γιατί προβληματίστηκα όταν βρήκα ακριβώς τις ίδιες θέσεις –το ίδιο αόριστα διατυπωμένες, ακόμη και την αντιφατική πρόταση ότι μια πιο δημοκρατική ΕΕ δεν θα ήταν εις βάρος του «εθνικού αυτοκαθορισμού»– στο μανιφέστο του DiEM25. Όποιος σήμερα υποστηρίζει ότι μια δημοκρατική αναθεώρηση της ΕΕ είναι η λύση για να προχωρήσει η Ευρώπη, οφείλει να εξηγήσει τί ακριβώς εννοεί.

Ένα κυρίαρχο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ας πάρουμε το κεντρικό επιχείρημα των προοδευτικών-ενοποιητικών φεντεραλιστών (συμπεριλαμβανομένου του DiEM25) : την ανάγκη για ένα σημαντικά ενδυναμωμένο, «κυρίαρχο» Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, και την ιδέα ότι η μόνη βιώσιμη εναλλακτική λύση για την τρέχουσα “διακυβερνοποίηση” της ΕΕ είναι η “κοινοβουλευτικοποίησή“ της. Κατ’ αρχάς, θα πρέπει να είναι σαφές ότι η μετάβαση σε μια υπερεθνική ευρωπαϊκή δημοκρατία σημαίνει – στην καλύτερη περίπτωση – την ανάθεση των μεγάλων αποφάσεων της οικονομικής, δημοσιονομικής (και νομισματικής ; ) πολιτικής που αφορούν την ΕΕ / ΟΝΕ σε μια δημοκρατικά νομιμοποιημένη (μέσω του ευρωκοινοβουλίου) «ευρωπαϊκή κυβέρνηση». Σε αυτά τα κρίσιμα ζητήματα θα υπήρχε πολύ μικρό περιθώριο για «μοίρασμα της εξουσίας» με τα εθνικά κοινοβούλια. Με αυτό κατά νου, πρέπει να αναρωτηθούμε : είναι οι Ευρωπαίοι πολίτες έτοιμοι να αποδεχθούν τη νομιμότητα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου;

Θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει ότι αυτές οι πολιτικές αποφάσεις είναι ήδη σε μεγάλο βαθμό εκτός ελέγχου των κρατών-μελών, και ότι μια «ευρωπαϊκή κυβέρνηση» υπάρχει ήδη – το θέμα είναι απλώς ο «εκδημοκρατισμός» της. Αυτό είναι σε μεγάλο βαθμό αλήθεια, αλλά αποτελεί μια ανεπαρκή απάντηση κατά τη γνώμη μου. Είναι εύκολο να υποστηρίζει κανείς ότι ένα υπερεθνικό σύστημα λήψης αποφάσεων βασισμένο στο –και ανεπτυγμένο γύρω από το– Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα ήταν πιο θεμιτό από το σημερινό σύστημα της τεχνοκρατικής διακυβέρνησης · αλλά θα ήταν αρκετά θεμιτό, ώστε να εξασφαλίσει ότι οι ευρωπαίοι πολίτες θα αποδέχονταν τις αποφάσεις κατά πλειοψηφία με τον ίδιο τρόπο που σήμερα αποδέχονται (σε μεγάλο βαθμό) τις αποφάσεις κατά πλειοψηφία των εθνικών κοινοβουλίων; Ας υποθέσουμε ότι αυτό το σύστημα ίσχυε ήδη σήμερα · δεδομένης της τρέχουσας σύνθεσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (με σχετική πλειονότητα συντηρητικών και μια σοσιαλδημοκρατική μειονότητα που μοιράζεται πολλές από τις ιδεολογικές παραδοχές των Συντηρητικών), δεν θα ήταν δίκαιο να υποθέσουμε ότι το Ευρωκοινοβούλιο θα είχε πιθανότατα «δημοκρατικά» επιβάλει στην Ελλάδα (και στην Ισπανία, και στην Πορτογαλία, κ.λπ.) λίγο ως πολύ τις ίδιες πολιτικές λιτότητας που επέβαλε η τρόικα; Μήπως αυτό θα έκανε αυτές τις πολιτικές περισσότερο αποδεκτές στα μάτια των Ελλήνων, των Ισπανών ή των Πορτογάλων; Μου είναι δύσκολο να πιστέψω κάτι τέτοιο.

Όπως σημειώνεται από τον Sergio Fabbrini , διευθυντή του LUISS School of Government στη Ρώμη , το «βουλευτικό» μοντέλο  της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης αποτυγχάνει να αναγνωρίσει την βασική διαφορά μεταξύ ενός έθνους-κράτους και μιας ένωσης κρατών, η οποία είναι επίσης η διαφορά μεταξύ ενός ομοσπονδιακού κράτους (που προκύπτει από την αποσύνθεση ενός προηγουμένως ενιαίου κράτους) και μιας ομοσπονδιακής ένωσης (δημιουργημένης από την συνάθροιση προηγουμένως ανεξάρτητων κρατών). Ο Fabbrini γράφει:

Η ΕΕ δεν μπορεί να υιοθετήσει μια κοινοβουλευτική μορφή διακυβέρνησης κυρίως για δομικούς λόγους και όχι λόγω απρόβλεπτων δυσκολιών. Ανεξάρτητα από την κοινοβουλευτική ρητορική που παρουσιάζεται έντονα στις συνθήκες, ο κοινοβουλευτισμός δεν μπορεί να δώσει μια εφικτή απάντηση στους δύο κύριους συστημικούς περιορισμούς εντός της ΕΕ: τις δημογραφικές ασυμμετρίες μεταξύ των κρατών-μελών της και την εθνική διαφοροποίηση μεταξύ των πολιτών αυτών των κρατών-μελών. Δεδομένων αυτών των συστημικών περιορισμών, θα ήταν απαράδεκτο να αναγνωριστεί μόνο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ως πηγή της κυβερνητικής εξουσίας στην ΕΕ, αν όχι και ως πηγή της δημοκρατικής νομιμότητας της ΕΕ. Εάν αυτό επρόκειτο να συμβεί, οι εκπρόσωποι των μικρότερων κρατών μελών (επί του παρόντος περίπου τα τρία τέταρτα του συνόλου) θα αποτελούσαν συνεχώς μειονότητα, δεδομένου του ότι η εθνική διαφοροποίηση μεταξύ των πολιτών δεν μπορεί να ρυθμιστεί μέσα από τον ίδιο άξονα αριστεράς εναντίον δεξιάς που υπάρχει σε εθνικό επίπεδο.

Οι προοδευτικοί ενοποιητικοί συνήθως απαντούν σε αυτό δηλώνοντας ότι μια υπερεθνική δημοκρατία πρέπει να συνδυαστεί με την δημιουργία ενός «μετα-εθνικού ή υπερεθνικού εκλογικού σώματος». Για τη μεγάλη πλειοψηφία των απλών Ευρωπαίων πολιτών, όμως, τα γλωσσικά εμπόδια και οι πολιτιστικές διαφορές θέτουν σε κίνδυνο την δυνατότητα για πολιτική συμμετοχή σε υπερεθνικό επίπεδο. Αυτό έγινε προφανές στη συζήτηση για το σύστημα Spitzenkandidat, που χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στις ευρωεκλογές του 2014, για να εκλεγεί ο πρόεδρος της Επιτροπής. Μετά τις εκλογές, πολλοί υποστήριξαν ότι ο διορισμός του Juncker ήταν δημοκρατικά νομιμοποιημένος από το γεγονός ότι ήταν ο υποψήφιος της κοινοβουλευτικής ομάδας με το μεγαλύτερο αριθμό ευρωβουλευτών. Ο Habermas και άλλοι εξέχοντες διανοούμενοι υποστήριξαν τον διορισμό Γιούνκερ, και μάλιστα ότι αυτός υποδηλώνει ότι οι ευρωπαίοι πολίτες έχουν το δικαίωμα να επιλέγουν ποιος ηγείται της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ότι τα αποτελέσματα των εκλογών έδειξαν ότι ο Juncker ήταν «επιλογή του λαού». Από καθαρά τυπική άποψη, είχαν δίκιο. Αλλά οι περισσότεροι από αυτούς που ψήφισαν υπέρ των εθνικών κόμματων που είναι μέλη του ΕΛΚ δεν γνώριζαν καν τι είναι το ΕΛΚ ή ποιος ήταν ο Juncker. Αυτό το επεισόδιο δείχνει ότι υπάρχει ένας πολύ πραγματικός κίνδυνος μετατροπής της Ευρωπαϊκής δημοκρατίας σε μια μορφή υπερεθνικής “απολιτικοποιημένης δημοκρατίας”. Πώς προτείνουν οι προοδευτικοί ενοποιητικοί να ξεπεραστούν αυτά τα εμπόδια;

Ολιγαρχικός έλεγχος

Γενικότερα, οποιαδήποτε συζήτηση για την «κοινοβουλιοποίηση» της ΕΕ πρέπει να λάβει υπ΄όψιν της την κρίσιμη διαφορά μεταξύ της τυπικής εκλογικής και αντιπροσωπευτικής διαδικασίας αφενός και του πραγματικού λαϊκού ελέγχου αφετέρου.  Όπως υποστήριξαν ο Lorenzo Del Savio και ο Matteo Mameli, περαιτέρω ολοκλήρωση, έστω και αν συνοδεύεται από ενίσχυση της εκλογικής-αντιπροσωπευτικής συνιστώσας της ΕΕ, δεν είναι κατ΄ ανάγκη ισοδύναμη με περισσότερο λαϊκό έλεγχο. Υποτίθεται ότι μια ενισχυμένη έκδοση του ευρωκοινοβουλίου θα αρκούσε για τον σωστό δημοκρατικό έλεγχο στη λήψη των σημαντικών αποφάσεων της ΕΕ. Αλλά οι Del Savio και Mameli σημειώνουν ότι αυτή η υπόθεση αγνοεί το πρόβλημα ενός ολιγαρχικού ελέγχου:

Ο έλεγχος από την ολιγαρχία δεν επηρεάζει μόνο τους ρυθμιστικούς φορείς και τους μη-εκλεγμένους αξιωματούχους. Επηρεάζει και τους εκλεγμένους αντιπροσώπους. Αύξηση της ισχύος εκλεγμένων αξιωματούχων που είναι επιρρεπείς σε έλεγχο από τους ολιγάρχες σημαίνει αύξηση της ισχύος των οικονομικών ολιγαρχιών και αποδυνάμωση του λαϊκού ελέγχου. Τα εκλεγμένα εθνικά κοινοβούλια και στελέχη είναι πολύ ατελή εργαλεία για την επίτευξη του λαϊκού ελέγχου επί των αποφάσεων που επηρεάζουν την ελευθερία και την ευημερία των ανθρώπων. Τα υπερεθνικά κοινοβούλια και στελέχη είναι ακόμα πιο αναποτελεσματικά από αυτή την άποψη.

Τα προβλήματα που σχετίζονται με την άσκηση πίεσης από τα λόμπυ και το θέμα της ανάληψης διαδοχικά από το ίδιο πρόσωπο ρόλων ελεγκτή και ελεγχόμενου (το πρόβλημα της «περιστρεφόμενης πόρτας») – όχι μόνο μεταξύ των μεγάλων επιχειρήσεων και των ρυθμιστικών οργανισμών, αλλά και μεταξύ των μεγάλων επιχειρήσεων και εκλεγμένων οργάνων – στην πραγματικότητα χειροτερεύουν στο υπερεθνικό επίπεδο.

Αυτός είναι ο λόγος που σε γενικές γραμμές η μεταφορά της κυριαρχίας στα διεθνή κέντρα λήψης πολιτικών αποφάσεων συμβάλλει στην αποδυνάμωση του λαϊκού ελέγχου. Τα διεθνή κέντρα είναι γενικά πιο απομακρυσμένα από τους απλούς ανθρώπους από φυσική, ψυχολογική και γλωσσική άποψη από ό, τι είναι τα εθνικά κέντρα αποφάσεων. Η απόσταση αυτή αφήνει περισσότερο χώρο για έλεγχο από την ολιγαρχία. Τα διεθνή κέντρα πολιτικών αποφάσεων είναι συνήθως σχεδιασμένα με τέτοιο τρόπο, ώστε να καθιστούν εξαιρετικά δύσκολο για τους απλούς πολίτες να κατανοήσουν πώς λαμβάνονται οι αποφάσεις και να είναι σε θέση να επηρεάσουν και να αμφισβητήσουν με αποτελεσματικό τρόπο τις αποφάσεις αυτές. Αυτό ενισχύει την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών ελέγχου από τις ολιγαρχίες.  

Μεταδημοκρατία

Αυτά είναι θέματα που δεν μπορούν να μπουν στο περιθώριο και πρέπει να αντιμετωπιστούν με άμεσο τρόπο. Σε γενικές γραμμές υποδεικνύουν μια μεγαλύτερη κρίση της εκλογικής-αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Είναι ευρέως αποδεκτό ότι τις τελευταίες δεκαετίες έχουμε δει ένα «άδειασμα» της δημοκρατίας και της κυριαρχίας σε εθνικό επίπεδο. Σε παραδοσιακά δημοκρατικές χώρες της Δυτικής Ευρώπης η προσέλευση στις εκλογές ελαττώνεται και ο αριθμός των μελών σε όλων των μεγάλων κομμάτων μικραίνει. Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στην Ευρώπη, για προφανείς λόγους. Ο Colin Crouch για να περιγράψει αυτό το νέο φαινόμενο επινόησε τον όρο «μεταδημοκρατία», που ορίζεται ως μια κοινωνία που εξακολουθεί να έχει και να χρησιμοποιεί όλους τους δημοκρατικούς θεσμούς της, οι οποίοι όμως γίνονται όλο και περισσότερο κενοί περιεχομένου και στην οποία η ενέργεια και η δυναμική της καινοτομίας απομακρύνονται  από τη δημοκρατική αρένα και καταλήγουν σε μικρούς κύκλους μιας πολιτικοοικονομικής ελίτ. Υπάρχουν γενικά δύο τρόποι που μπορούν να εξηγήσουν αυτό το φαινόμενο. Ο πρώτος είναι ότι πρόκειται για ένα κάπως αναπόφευκτο – μπορεί κανείς να πει ακόμα και «φυσικό» – αποτέλεσμα της οικονομικής και πολιτικής διεθνοποίησης, η οποία έχει διαβρώσει σοβαρά την δυνατότητα των επιμέρους χωρών να αποφασίζουν τη δική τους μοίρα, και, συνεπώς, τη δυνατότητα των εθνικών εκλογικών-αντιπροσωπευτικών συστημάτων  να διαμορφώσουν μια γενικευμένη λαϊκή βούληση ικανή να ασκήσει κυριαρχία στους θεσμούς που διαχειρίζονται την δημόσια εξουσία. Σύμφωνα με αυτή την αφήγηση, η μετάβαση – σε ευρωπαϊκό πλαίσιο – από μια πολλαπλότητα (όλο και πιο αδύναμων και μη-κυρίαρχων) εθνικών δημοκρατιών προς μία ενιαία (και πραγματικά κυρίαρχη) ευρωπαϊκή υπερεθνική δημοκρατία είναι αναπόφευκτη, είτε μας αρέσει είτε όχι.

Αλλά υπάρχει και άλλη εξήγηση του φαινομένου μετάβασης προς τη μεταδημοκρατία. Αυτή δε θεωρεί ότι η μεταδημοκρατία είναι η  αναπόφευκτη συνέπεια της “παγκόσμιας δυναμικής” αλλά –όπως αναγνωρίζεται ακόμα και στο μανιφέστο του DiEM25 – ότι είναι το αποτέλεσμα μιας άμεσης διαδικασίας «αποπολιτικοποίησης», η οποία σκοπεύει στην άρση του δημοκρατικού ελέγχου επί της μακροοικονομικής πολιτικής και τη μετάθεση κρίσιμων τομέων της διοίκησης – όπως η νομισματική και δημοσιονομική πολιτική – εκτός της πολιτικής αμφισβήτησης. Με αυτή την έννοια, η ΟΝΕ μπορεί να θεωρηθεί η πιο ακραία μορφή της αποπολιτικοποίησης που επιχειρήθηκε ποτέ. Σύμφωνα με αυτή την αφήγηση, η αποπολιτικοποίηση των επιμέρους εθνικών κρατών –συμπεριλαμβανομένης της εκούσιας μείωσης της κυριαρχίας τους, αν αυτή γίνει κατανοητή ως έκφραση της λαϊκής βούλησης–  μπορεί να γίνει κατανοητή ως ένας τρόπος  αντιστροφής των  δημοκρατικών και κοινωνικοοικονομικών κατακτήσεων που είχαν επιτευχθεί στο παρελθόν από τις κατώτερες τάξεις. Αν αυτό ισχύει, είμαστε σίγουροι ότι ο περαιτέρω «εκδημοκρατισμός» των θεσμικών οργάνων της ΕΕ / ΟΝΕ είναι πραγματικά ο καλύτερος δρόμος για να πάμε μπροστά;

Επιπλέον, ακόμη και αν δεχθούμε ότι η αποτυχία των εθνικών εκλογικών-αντιπροσωπευτικών δημοκρατιών είναι ιστορικά αποδεδειγμένη και ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση πέρα από τον εκδημοκρατισμό της ΕΕ –δηλαδή, αν δεχτούμε τη βασική υπόθεση του DiEM25– θα αμφισβητούσα την αποτελεσματικότητα της “πανευρωπαϊκής” στρατηγικής του κινήματος. Το DiΕΜ φιλοδοξεί να αλλάξει το σύστημα της Ευρωπαϊκής διακυβέρνησης “από τα έξω ” –δηλαδή, σε ένα θεσμικά ανύπαρκτο πανευρωπαϊκό επίπεδο – αλλά στην πραγματικότητα όλες οι σημαντικές αποφάσεις εξακολουθούν να λαμβάνονται σε διακυβερνητικό επίπεδο. Αυτό σημαίνει ότι, ρεαλιστικά μιλώντας, οποιαδήποτε σοβαρή δομική αλλαγή – όπως ένας πραγματικός «εκδημοκρατισμός» του συστήματος – απαιτεί από τις εθνικές κυβερνήσεις να συμφωνήσουν σε μια τέτοια αλλαγή. Αν όχι, πώς αλλιώς; Και αν ναι, μια στρατηγική που θεωρεί το εθνικό επίπεδο πολιτικά άσχετο – όπως υπονοεί ο Βαρουφάκης – δεν είναι αναπόφευκτα καταδικασμένη να αποτύχει; Δεν υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργηθεί ένα πολιτισμικά σχετικό αλλά πολιτικά περιθωριακό πανευρωπαϊκό κίνημα;

Αλληλεγύη και Εθνικά Συμφέροντα

Για να το θέσουμε διαφορετικά, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι συνεργασία βασισμένη στην αλληλεγγύη είναι πράγματι προς το συμφέρον όλων των ευρωπαϊκών χωρών. Στον πραγματικό κόσμο, όμως,  τα «εθνικά συμφέροντα» μιας χώρας ορίζονται από το κυρίαρχο πολιτικοοικονομικό κατεστημένο: αν σήμερα η Ευρώπη παραμένει βαθιά διχασμένη από (συχνά πλασματικές) διαφορές εθνοτικές, πολιτισμικές και ταυτότητας, είναι επειδή συμφέρει το ευρωπαϊκό κεφάλαιο –παρά την ενδοκαπιταλιστική διαμάχη μεταξύ του κεφαλαίου του πυρήνα και του κεφαλαίου της περιφέρειας– να ακολουθήσει μια στρατηγική «διαίρει και βασίλευε» έναντι της εργατικής τάξης . Μήπως αυτό δεν σημαίνει ότι, αν θέλουμε να ξεπεράσουμε αυτές τις διακρατικές εντάσεις, πρέπει πρώτα να αλλάξει η ισορροπία δυνάμεων μέσα σε αυτές τις χώρες; Άραγε δεν επισημαίνει την ανάγκη μιας μάλλον εθνικής παρά πανευρωπαϊκής προσέγγισης προς αυτήν την αλλαγή; Όπως έγραψα το 2014 στο βιβλίο μου, η επίτευξη της πανευρωπαϊκής μεταρρύθμισης :

θα απαιτήσει από τις πολιτικές ελίτ των περιφερειακών χωρών να αναγνωρίσουν την ύπαρξη του διαχωρισμού κέντρου-περιφέρειας (και των ευρύτερων ενδοκαπιταλιστικών αγώνων που διεξάγονται στην Ευρώπη) και να δημιουργήσουν ένα κοινό μέτωπο για να ασκήσουν πίεση στην Γερμανία (και τις άλλες χώρες του πυρήνα), ώστε να επωμιστεί μέρος του βάρους της επανόρθωσης των εμπορικών και των οικονομικών ανισορροπιών στη ζώνη του ευρώ, και να συμφωνήσουν σύντομα σε ορισμένες αναγκαίες θεσμικές αλλαγές.

Επίσης , το μανιφέστο του DiEM25 δεν εξηγεί ποια θα πρέπει να είναι η θέση των Ευρωπαϊκών προοδευτικών κινημάτων σε σχέση με την αυταρχική, άνωθεν αποφασισμένη «ομοσπονδιακή» ολοκλήρωση που προτείνεται και επιδιώκεται από το Ευρωπαϊκό κατεστημένο (όπως επεξηγήθηκε από την προτεινόμενη «δημοσιονομική ένωση» του Σόιμπλε για παράδειγμα). Θα συμφωνούσε ο Βαρουφάκης με την ιδέα ότι οποιαδήποτε περαιτέρω ενοποίηση θα πρέπει να θεωρείται επιθυμητή μόνο εάν, όταν, και στο βαθμό που συνοδεύεται από την ενίσχυση του λαϊκού ελέγχου σε τοπικό, εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο, και ότι πρέπει να αντιτεθούμε στην άνωθεν ολοκλήρωση, όπως συντελείται αυτή την στιγμή;

Τέλος , η προσέγγιση DiEM25 θεωρεί δεδομένη την επιβίωση της ΕΕ / ΟΝΕ. Αλλά αυτό μένει να αποδειχθεί . Με την έμφαση στη μεταρρύθμιση των υφιστάμενων ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων, δεν υπάρχει το ρίσκο να βρεθεί η Αριστερά επικίνδυνα απροετοίμαστη ενώπιον μιας απρόβλεπτης κατάρρευσης της νομισματικής ένωσης; Ειδικά αν λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι η Γερμανία και οι άλλες χώρες του «ορντοφιλελεύθερου μπλοκ» θα ενδώσουν σε μια μεταρρύθμιση της ΟΝΕ προς μια πιο κεϋνσιανή και προοδευτική κατεύθυνση, ακόμη και στην απίθανη περίπτωση που θα καταφέρναμε να υποστηρίξει μια τέτοια πρόταση ένας αρκετά μεγάλος αριθμός χωρών. Αν προκύψει πάντως μια τέτοια κατάσταση, το πιθανότερο αποτέλεσμα θα ήταν μια γερμανική έξοδος από την νομισματική ένωση (που θα οδηγούσε σε μια πιθανή κατάρρευση ολόκληρου του νομισματικού συστήματος) .

Αυτό σημαίνει ότι, ενώ οι χώρες της περιφέρειας είναι σωστό να στοχεύουν στρατηγικά σε μια ριζική μεταρρύθμιση της ΟΝΕ, θα πρέπει επίσης να είναι προετοιμασμένες για ( 1 ) έξοδο από την ΟΝΕ και χρεωκοπία, αν τα αιτήματά τους για μια σύμμετρη αναπροσαρμογή του χρέους δεν ικανοποιούνται, ή ( 2 ) να αντιμετωπίσουν μια κατάσταση όπου η νομισματική ένωση θα καταρρέει ακριβώς ως αποτέλεσμα των αιτημάτων τους ( ή λόγω άλλων εξωγενών αιτίων) . Για να το θέσω διαφορετικά, πιστεύω ότι αυτό που θα κάνει τελικά τη διαφορά, από προοδευτική άποψη, δεν είναι οι θεωρίες που αναπτύσσουμε σήμερα σε σχέση με το πώς θα θέλαμε να είναι μια μεταρρυθμισμένη Ευρώπη, αλλά μάλλον η ικανότητά μας να κατευθύνουμε τις μελλοντικές εξελίξεις, όποιες και αν είναι αυτές, υπέρ μας.

Για να ολοκληρώσω, θα ήθελα να τονίσω ότι είμαι βαθύτατα ευγνώμων στον Βαρουφάκη για τη προσωπική μου πολιτική ανάπτυξη. Πράγματι, ο επίλογος του βιβλίου μου του 2014 παραθέτει τη “Μετριοπαθή Πρόταση” των Βαρουφάκη , Ολάντ, και Galbraith . Συμφωνούσα με την πρόταση αυτή – και εξακολουθώ να συμφωνώ Πιστεύω επίσης ότι σε μεγάλο βαθμό επανέλαβα τη θέση του Βαρουφάκη όταν έγραφα :

ενώ η μακροπρόθεσμη στρατηγική πρέπει να στοχεύει στην επίτευξη αλλαγών στο Ευρωπαϊκό (σε κάποιο βαθμό, μετά-εθνικό) επίπεδο, αυτό θα επιτευχθεί μόνο μέσα από την προοδευτική αλλαγή σε εθνικό επίπεδο.

Σήμερα, ο Βαρουφάκης φαίνεται ότι έχει αλλάξει γνώμη. Εγώ εξακολουθώ να πιστεύω ότι αυτή η πρόταση είναι σε μεγάλο βαθμό σωστή.

 

* Ο Thomas Fazi είναι συγγραφέας, ακτιβιστής και βραβευμένος σκηνοθέτης. Έχει επίσης μεταφράσει στα Ιταλικά συγγράμματα συγγραφέων όπως των: Christopher Hitchens, George Soros και Robert Reich. Το βιβλίο του, “Μάχη για την Ευρώπη: Πως μια ελίτ σαμποτάρισε μια ήπειρο – και πως μπορούμε να την πάρουμε πίσω” εκδόθηκε από την Pluto Press. Η ιστοσελίδα του είναι: http://www.battleforeurope.net

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s